εκτενής, λίαν διαδεδομένος
{
widespread
}
διαχυτικός, διαβρωτικός, διαπεραστικός
{
pervasive
}
διαδεδομένος
{
rife
}
τριχοτομώ, αποβάλλω, χύνω, απορρίπτω
{
shed
}
διαδίδω
{
diffuse
}
διασκορπίζω
{
disperse
}
εξαπλώ, εξαπλούμαι, απλώνω, διαδίδω,...
{
spread
}
διασπείρω, διαδίδω
{
disseminate
}
διασκορπίζω, διασκορπίζομαι, σκορπίζω
{
scatter
}
έχω, βαστάζω, βαστώ, κατακτώ, κουβαλώ,...
{
carry
}
φέρω απλά, φέρω διά μέσου αέρος, φέρω...
{
waft
}
αερίζω
{
air
}
καθιστώ λαϊκόν, καθιστώ δημοφιλή
{
popularize (Amer.)
}
ελευθερώνω, απαλλάττω, ελευθερώ, απολύω,...
{
release
}
Μεταφράζονται, παρακαλώ περιμένετε..
